Έχει νόημα η διεκδίκηση της αποζημίωσης απόλυσης;

Το φετινό καλοκαίρι ήρθαμε αντιμέτωποι με ένα φαινόμενο, το οποίο είναι πλέον σχετικά συχνό και πρέπει να το αντιμετωπίζουμε δυναμικά.

Συνοψίζεται στην ερώτηση των εργαζομένων:

Αξίζει να διεκδικήσω την αποζημίωση μου;

Τα ακόλουθα περιστατικά αποτελούν πραγματική υπόθεση που αντιμετωπίσαμε:

Ο Σ., εργαζόμενος σε επιχείρηση εστίασης για αρκετά χρόνια, αντιλαμβάνεται ότι θα αντικατασταθεί από νεώτερους εργαζόμενους. Θέλει να παραιτηθεί, χωρίς να διεκδικήσει τίποτα, να “σηκωθεί να φύγει”.
Στο ραντεβού του εκθέσαμε πλήρως τα δικαιώματα του και το ύψος της αποζημίωσης του. Όπως όλοι οι συνάδελφοι, δεν γνώριζε ακριβώς τι θα έχανε με την οικειοθελή αποχώρηση, γιατί κανείς ποτέ δεν περιγράφει στους εργαζόμενους τα δικαιώματα τους. Με κάθε τρόπο αποθαρρύναμε τον συνάδελφο από την οικειοθελή αποχώρηση χωρίς κάποιον ειδικό λόγο. Η επιχείρηση έτσι και αλλιώς θα προχωρούσε σε απόλυση, άρα θα είχε υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

Προετοιμαστήκαμε για το ραντεβού της απόλυσης συλλογικά. Παρείχαμε την αναγκαία συμβουλή για την περίπτωση πλήρους άρνησης καταβολής αποζημίωσης από τον εργοδότη. Ο εργαζόμενος αποφάσισε να μην αποχωρήσει οικειοθελώς, αλλά να διεκδικήσει την νομότυπη απόλυση και την αποζημίωση του.

Αποτέλεσμα: Ο συνάδελφος μας έλαβε αποζημίωση ίση με 4 μισθούς. Έλαβε επίσης πρόσθετο ποσό ίσο με τα χρωστούμενα δώρα, υπερωρίες και μέρες αδείας (αποζημίωση αδείας). Το συνολικό ποσό που έλαβε συνίστατο σε μερικές χιλιάδες ευρώ. Αυτά τα κέρδισε γιατί διεκδίκησε θαρρετά από τον εργοδότη του αυτά που ο νόμος του αναγνώριζε.

Η διεκδίκηση αποζημίωσης αποτελεί άσκηση νόμιμου δικαιώματος του εργαζομένου

Η αποζημίωση αποτελεί νόμιμο του εργαζομένου, που παρέχει ο νόμος. Κατά την λύση της σχέσης εργασίας, δίνεται στον εργαζόμενο για να αποκαταστήσει την αιφνίδια απώλεια της εργασίας του. Αποκαθιστά την χειροτέρευση της διαβίωσης του, μέχρι να επαναπροσληφθεί.

Κάθε συμφωνία για απόλυση του εργαζομένου χωρίς την καταβολή αποζημίωσης από τον εργοδότη είναι άκυρη, καθώς αντιβαίνει στο άρθρο 8 του ν. 2112/1920.

Μονάχα αν ο εργαζόμενος αποχωρήσει οικειοθελώς, ή αν ασκηθεί ποινική δίωξη κατά του εργαζομένου για πράξη που διέπραξε κατά την εκτέλεση της εργασίας του, χάνει το δικαίωμα του σε αποζημίωση.

Αν δεν συμβαίνουν αυτά, η μη διεκδίκηση της αποζημίωσης αποτελεί δώρο του εργαζομένου στον εργοδότη. Ακόμα χειρότερα, με την οικειοθελή αποχώρηση, ο εργαζόμενος χάνει και το δικαίωμά του για λήψη επιδόματος ανεργίας, το οποίο δίνεται μόνο μετά από καταγγελία της σύμβασης ή λήξη της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου.

Ο εργαζόμενος οφείλει να καλεί τον εργοδότη να προχωρήσει σε απόλυση, να καταβάλει την αποζημίωση και όλα τα δεδουλευμένα από την σύμβαση. Ο εργοδότης τότε δεν έχει κάποιον λόγο να ανταπαντήσει νομικά. Ο εργαζόμενος ασκεί νόμιμο δικαίωμα του και ο εργοδότης εκπληρώνει υποχρέωση του από τον νόμο. Παράνομη είναι η άρνηση καταβολής αποζημίωσης από τον εργοδότη. Επομένως υπομνήσεις του εργοδότη περί “δίωξης και νομικής ανταπάντησης” αποτελούν απλώς κακόπιστες και ανεδαφικές συμπεριφορές.

Αστική και ποινική ευθύνη του εργοδότη

Αντίθετα, ο εργαζόμενος θα πρέπει να υπενθυμίζει στον εργοδότη του, ότι η “οικειοθελής αποχώρηση”, που γίνεται για να καλύψει στην ουσία μία απόλυση χωρίς αποζημίωση, αποτελεί τόσο μορφή του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης ενώπιον των δημοσίων αρχών, όσο και μορφή καταχρηστικής συμπεριφοράς του 281 ΑΚ.

Η καταχρηστική αυτή συμπεριφορά νομολογιακά οδηγεί στην διάγνωση της ακυρότητας της απόλυσης που γίνεται με την προβιά της “οικειοθελούς αποχώρησης” από τα δικαστήρια. Στις περιπτώσεις αυτές, το δικαστήριο επιδικάζει στον εργαζόμενο μισθούς υπερημερίας.

Άλλωστε, όταν ο εργοδότης δεν καταβάλει παράλληλα με την αποζημίωση και τα δεδουλευμένα του εργαζομένου, υπέχει και ποινική ευθύνη. Και αυτό γιατί τελεί αυτόφωρο έγκλημα γνήσιας παράλειψης (αυτό της μη καταβολής δεδουλευμένων).

Συνοπτικά: Διεκδικούμε πάντα την νομότυπη καταγγελία της σύμβασης μας (απόλυση) – Διεκδικούμε την πλήρη αποζημίωση μας – Ζητάμε τα εως τώρα δεδουλευμένα μας – Υπογράφουμε πάντα με επιφύλαξη.

Αν βρίσκουμε σε όλα σθεναρή άρνηση, ο δρόμος της καταγγελίας στην Επιθεώρηση Εργασίας ή ακόμα και της δικαστικής διεκδίκησης είναι επιβεβλημένος.

.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top